Η ψηφιακή συνδεσιμότητα αποτελεί σήμερα βασικό παράγοντα ανάπτυξης και κοινωνικής συνοχής, επηρεάζοντας άμεσα τον τρόπο που εργαζόμαστε, εκπαιδευόμαστε, επικοινωνούμε και επιχειρούμε. Η Ελλάδα, αναγνωρίζοντας τη σημασία των σύγχρονων υποδομών δικτύων για τη βιώσιμη εξέλιξη της οικονομίας και της κοινωνίας, υλοποιεί ολοκληρωμένη Εθνική Στρατηγική Συνδεσιμότητας, πλήρως ευθυγραμμισμένη με τους στόχους της Ευρωπαϊκής Ψηφιακής Δεκαετίας για το 2030. Η Γενική Γραμματεία Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΓΓΤΤ) ως αρμόδιος φορέας που καταρτίζει, εισηγείται και παρακολουθεί την Εθνικής Στρατηγική Συνδεσιμότητας, διαμορφώνει το πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύσσονται σύγχρονες, ασφαλείς και ανθεκτικές τηλεπικοινωνιακές υποδομές.
Η Εθνική Στρατηγική Συνδεσιμότητας βασίζεται σε ένα συγκροτημένο όραμα: τη μετάβαση της Ελλάδας σε υποδομές πολύ υψηλής χωρητικότητας (VHCN) που θα επιτρέψουν τη διάδοση συνδέσεων νέας γενιάς και την αξιοποίηση τεχνολογιών οι οποίες θα ενισχύσουν την παραγωγικότητα, την εξωστρέφεια και την ποιότητα ζωής. Στο πλαίσιο αυτό, στόχος είναι η παροχή εξελιγμένων υπηρεσιών συνδεσιμότητας που θα καλύπτουν ισότιμα κάθε πολίτη και κάθε επιχείρηση, ανεξαρτήτως γεωγραφικής περιοχής, με έμφαση στην κάλυψη αγροτικών ή λιγότερο αναπτυγμένων περιοχών όπου η ιδιωτική αγορά δεν επαρκεί. Η στρατηγική θέτει επίσης ως προτεραιότητα την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των δικτύων, την ασφάλεια των επικοινωνιών και τη μετάβαση σε ενεργειακά αποδοτικές τεχνολογίες, υποστηρίζοντας παράλληλα τη διείσδυση καινοτόμων λύσεων όπως η Τεχνητή Νοημοσύνη, το Διαδίκτυο των Πραγμάτων και τα Κέντρα Δεδομένων. Με όλα τα παραπάνω, η στρατηγική αυτή υποστηρίζει την ανάπτυξη σύγχρονων δικτύων, την κάλυψη όλων των κρίσιμων τομέων με gigabit υπηρεσίες και τη δημιουργία ενός ψηφιακά ώριμου και ανταγωνιστικού περιβάλλοντος για τη χώρα. Στο πλαίσιο της υλοποίησης της Εθνικής Στρατηγικής Συνδεσιμότητας, το Εθνικό Ευρυζωνικό Σχέδιο 2026–2030 αποτελεί τον κεντρικό οδικό χάρτη για την ανάπτυξη υποδομών συνδεσιμότητας στη χώρα. Η παροχή συμμετρικών ταχυτήτων, η χαμηλή καθυστέρηση και η δυνατότητα υποστήριξης απαιτητικών εφαρμογών όπως η τηλεϊατρική, η τηλεργασία, η βιομηχανία 4.0 και τα έξυπνα ενεργειακά δίκτυα, καθιστούν απαραίτητη την επιτάχυνση επενδύσεων σε δίκτυα νέας γενιάς.
Το Εθνικό Ευρυζωνικό Σχέδιο θέτει ένα ξεκάθαρο όραμα για το 2030: τη δημιουργία μιας Ελλάδας που αξιοποιεί πλήρως τα δίκτυα πολύ υψηλής χωρητικότητας και το 5G ως βασικούς καταλύτες του ψηφιακού μετασχηματισμού, ενισχύοντας την οικονομία και αναβαθμίζοντας την καθημερινότητα των πολιτών. Για την επίτευξη αυτού του οράματος, το Σχέδιο στηρίζεται σε τρεις στρατηγικούς άξονες:
- Άρση διοικητικών εμποδίων και διευκόλυνση επενδύσεων ευρυζωνικότητας
- Ανάπτυξη υποδομών και βελτίωση δεικτών ευρυζωνικότητας
- Δημιουργία ανθεκτικών δικτύων και ενίσχυση της βιωσιμότητας
Η υλοποίηση του Σχεδίου πραγματοποιείται σε συνέργεια με τα επενδυτικά πλάνα των παρόχων, τις ευρωπαϊκές πολιτικές (Gigabit Infrastructure Act, Digital Networks Act) και τους διαθέσιμους χρηματοδοτικούς μηχανισμούς (Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, ΕΣΠΑ, CEF Digital). Η επιτυχία του προϋποθέτει συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, ενεργό συμμετοχή της αυτοδιοίκησης και στήριξη των πολιτών.
Η υλοποίηση της στρατηγικής αυτής προσφέρει σημαντικά οφέλη για τον πολίτη. Η πρόσβαση σε υπηρεσίες FTTH και 5G βελτιώνει την καθημερινή εμπειρία στο διαδίκτυο, επιτρέπει την ταχύτερη εξυπηρέτηση μέσω ψηφιακών δημόσιων υπηρεσιών, διευκολύνει την εξ αποστάσεως εργασία και εκπαίδευση και ενισχύει την οικονομική δραστηριότητα μέσω της αύξησης της παραγωγικότητας και της καινοτομίας. Η ανάπτυξη των δικτύων νέας γενιάς βελτιώνει την ποιότητα των υπηρεσιών και μειώνει το ψηφιακό χάσμα σε όλη την
επικράτεια.
Συνολικά, η Εθνική Στρατηγική Συνδεσιμότητας και το Εθνικό Ευρυζωνικό Σχέδιο 2026–2030 συνιστούν ένα ολοκληρωμένο και συνεκτικό πλαίσιο δράσεων που εξασφαλίζει ότι η Ελλάδα προχωρά σταθερά προς ένα μέλλον όπου η συνδεσιμότητα gigabit δεν θα αποτελεί πολυτέλεια, αλλά αυτονόητο δικαίωμα για όλους. Με ισχυρές υποδομές, σύγχρονες πολιτικές και συστηματική συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, η Ελλάδα χτίζει τις βάσεις για μια ψηφιακά ώριμη, ανταγωνιστική και κοινωνικά βιώσιμη Ελλάδα έως το 2030.